Κάπου εκεί τη δεκαετία του 80 που εξέπνεεε, η τότε σοβιετική προπαγάνδα διακήρυσσε με ύφος σχεδόν θρησκευτικής βεβαιότητας ότι έρχεται η «τελική κατάρρευση του αμερικανικού καπιταλισμού». Επικαλούνταν την πτώση της Wall Street το 1987, τα τραπεζικά σκάνδαλα, το Ιράν. Έβλεπαν ρωγμές και τις παρουσίαζαν ως χαράδρες. Αυτό που δεν έβλεπαν ήταν ότι η ίδια η Σοβιετική Ένωση είχε ήδη σαπίσει εσωτερικά. Δύο χρόνια μετά, κατέρρευσε εκείνη. Όχι η Αμερική. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται. Όποιος μιλά με εμμονή για την πτώση του άλλου, συχνά προσπαθεί να κρύψει τη δική του παρακμή.
Σήμερα η λέξη «κατάρρευση» ακούγεται ξανά, αυτή τη φορά από ευρωπαϊκά χείλη. «Η Αμερική του Donald Trump διαλύεται». «Η οικονομία είναι φούσκα». «Οι δασμοί θα την πνίξουν». Η ρητορική είναι γνώριμη. Μόνο που τα στοιχεία λένε άλλα. Η αμερικανική οικονομία αναπτύσσεται. Ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται. Η αγορά εργασίας παραμένει ισχυρή. Οι επενδύσεις αυξάνονται. Η ενεργειακή παραγωγή ενισχύεται. Και το χρηματιστήριο, παρά τις αναταράξεις, επιδεικνύει ανθεκτικότητα που διαψεύδει τους προφήτες της καταστροφής.
Η διακυβέρνηση Τραμπ δεν ήταν — ούτε είναι — ένα «πείραμα χάους», όπως αρέσκονται να τη χαρακτηρίζουν στις Βρυξέλλες. Είναι μια στρατηγική επαναφοράς ισχύος. Μείωση φορολογίας, ενίσχυση βιομηχανίας, στροφή στην ενεργειακή αυτάρκεια, επαναδιαπραγμάτευση εμπορικών συμφωνιών. Όχι θεωρητικές διακηρύξεις, αλλά μετρήσιμα αποτελέσματα. Στην πρώτη του θητεία οι αγορές κατέγραψαν εντυπωσιακή άνοδο. Ακόμη και μέσα στην καταιγίδα του COVID, η ανάκαμψη ήταν ταχεία. Αυτό δεν είναι «φούσκα». Είναι δομική δυναμική.
Και σήμερα; Παρά τους δασμούς που παρουσιάστηκαν ως «αυτοκτονικοί», η οικονομία δεν εκτροχιάστηκε. Αντιθέτως, η προστασία της εγχώριας παραγωγής ενίσχυσε τη βιομηχανική βάση. Η στροφή στους υδρογονάνθρακες μείωσε το ενεργειακό κόστος. Η ανταγωνιστικότητα αυξήθηκε. Η ενέργεια δεν είναι ιδεολογικό σύνθημα, αλλά είναι γεωοικονομικό όπλο. Και η Αμερική το χρησιμοποιεί.
Την ίδια ώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση βυθίζεται σε μια ιδιότυπη στρατηγική σύγχυση. Ανάπτυξη οριακή. Βιομηχανίες που μεταναστεύουν λόγω κόστους. Ενεργειακή εξάρτηση. “Πράσινες πολιτικές” που επιβαρύνουν την παραγωγή χωρίς να προσφέρουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Πολιτική φθορά παντού.
- Στη Γερμανία η οικονομία σέρνεται.
- Στη Γαλλία η κοινωνική ένταση είναι μόνιμο φαινόμενο.
- Στη Βρετανία η πολιτική αστάθεια διαρκής.
Τα «αντισυστημικά» κόμματα ανεβαίνουν γιατί οι πολίτες διαισθάνονται ότι το υπάρχον μοντέλο δεν αποδίδει.
Κι όμως, αντί για αυτοκριτική, ακούμε ευρωπαϊκές ελίτ να μιλούν για την «παρακμή της Αμερικής». Πρόκειται για προβολή αδυναμίας. Όταν η Ευρώπη βλέπει τη βιομηχανική της βάση να αποδυναμώνεται, κατηγορεί την Ουάσιγκτον. Όταν οι κοινωνίες της δυσανασχετούν, αναζητά εξωτερικούς ενόχους. Όταν η πολιτική της νομιμοποίηση συρρικνώνεται, επιστρατεύει ηθικολογικές κορώνες.
Η πραγματικότητα είναι πιο απλή και πιο σκληρή. Η Αμερική του Τραμπ επέλεξε ρεαλισμό αντί για ρομαντισμό, παραγωγή αντί για γραφειοκρατία, εθνικό συμφέρον αντί για ιδεολογικές εμμονές. Μπορεί να ενοχλεί. Μπορεί να ανατρέπει βολικές ισορροπίες. Αλλά λειτουργεί. Και αυτό είναι που προκαλεί την οργή όσων επένδυσαν πολιτικά στην αποτυχία του.
Οι αυτοκρατορίες δεν πέφτουν επειδή τις καταγγέλλουν οι αντίπαλοί τους. Πέφτουν όταν χάνουν την αυτοπεποίθησή τους και την παραγωγική τους βάση. Σήμερα, αν κάποιος δείχνει σημάδια αυτοϋπονόμευσης, δεν είναι η Ουάσιγκτον. Είναι η Ευρώπη που διστάζει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε έναν κόσμο ισχύος.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν θα καταρρεύσει η Αμερική. Το ερώτημα είναι ποιος έχει τη βούληση να προσαρμοστεί και ποιος επιμένει να κρύβεται πίσω από ρητορικά σχήματα. Η ιστορία έχει ήδη δείξει ποιοι συνήθως διαψεύδονται. Και όσοι σήμερα επενδύουν στην «πτώση της Αμερικής» ίσως σύντομα αναγκαστούν να κοιταχτούν στον καθρέφτη.
ΓΙΩΡΓΟΣ Θ. ΑΓΡΑΦΙΩΤΗΣ