Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη συγκίνησης. Πάσχει από έλλειψη συνέπειας. Δεν της λείπει ο θυμός. Της λείπει η διάρκεια. Δεν της λείπουν οι καταγγελίες. Της λείπει η θεσμική απαίτηση. Δεν της λείπουν τα δάκρυα. Της λείπει η απόφαση να αλλάξει πραγματικά όσα την πληγώνουν.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη στον Μαζωνάκη. Το ερώτημα είναι γιατί σε αυτή τη χώρα πρέπει πρώτα να χαθεί ένας άνθρωπος για να θυμηθούμε ότι υπάρχουν θεσμοί που οφείλουν να λειτουργούν. Γιατί πρέπει να υπάρξει ένας νεκρός για να συζητήσουμε για ελέγχους, κανόνες, ευθύνες και λογοδοσία. Γιατί η αυτονόητη λειτουργία ενός οργανωμένου κράτους γίνεται θέμα μόνο όταν η αποτυχία του αποκτήσει πρόσωπο, όνομα και τηλεοπτική εικόνα.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ελληνική αρρώστια. Δεν προλαμβάνουμε. Αντιδρούμε. Δεν ελέγχουμε. Καταγγέλλουμε κατόπιν εορτής. Δεν οικοδομούμε θεσμούς. Στήνουμε συζητήσεις. Δεν αποδίδουμε ευθύνες με σοβαρότητα. Στήνουμε δημόσιες τελετές αγανάκτησης.
Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί τίποτε δεν αλλάζει.
Δεν αλλάζει τίποτε γιατί πάψαμε να ζητάμε αλλαγή. Ζητάμε εκτόνωση. Ζητάμε κάποιον να πληρώσει συμβολικά. Ζητάμε ένα πρόσωπο για να φορτώσουμε επάνω του όλο το βάρος της συλλογικής αποτυχίας. Ζητάμε μια ιστορία που να χωράει εύκολα στην τηλεόραση. Έναν καλό. Έναν κακό. Έναν αθώο. Έναν ένοχο. Έναν ειδικό. Έναν παρουσιαστή. Ένα δάκρυ. Ένα χειροκρότημα. Ένα διαφημιστικό διάλειμμα.
Αλλά η πραγματική ζωή δεν είναι εκπομπή. Και η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με τηλεοπτικά πλάνα. Ούτε οι θεσμοί αντικαθίστανται από θυμωμένους σχολιαστές και ευαίσθητους τιμητές της στιγμής.
Η τηλεόραση δεν δημιούργησε μόνη της αυτή την παρακμή. Τη βρήκε έτοιμη και την έκανε επάγγελμα. Πήρε μια κοινωνία κουρασμένη, θυμωμένη, μπερδεμένη και φοβισμένη, και της πρόσφερε το πιο εύκολο ναρκωτικό. Θέαμα. Συγκίνηση χωρίς ευθύνη. Οργή χωρίς κόστος. Συμμετοχή χωρίς πράξη. Κάθαρση χωρίς αλλαγή.
Και ο τηλεθεατής βολεύτηκε. Γιατί είναι πιο εύκολο να αγανακτείς από τον καναπέ παρά να απαιτείς επίμονα ως πολίτης. Είναι πιο εύκολο να γράφεις ένα σχόλιο παρά να παρακολουθείς ποιος ευθύνεται, ποιος παραιτείται, ποιος τιμωρείται και τι αλλάζει. Είναι πιο εύκολο να δακρύζεις μπροστά στην οθόνη παρά να κοιτάζεις κατάματα τη χώρα που έχεις συνηθίσει.
Αυτή η συνήθεια είναι η πιο επικίνδυνη. Ούτε η φτώχεια από μόνη της. Ούτε η ακρίβεια από μόνη της. Ούτε η πολιτική ανεπάρκεια από μόνη της. Το πιο επικίνδυνο είναι ότι όλα αυτά έγιναν σχεδόν κανονικότητα. Ο εργαζόμενος πιέζεται και λέμε έτσι είναι η ζωή. Το ενοίκιο πνίγει το νοικοκυριό και λέμε κάπως θα τα βολέψουμε. Η ακρίβεια διαλύει τον μισθό και λέμε θα περάσει. Η πολιτική εξουσία κάνει επικοινωνία αντί για έργο και λέμε όλοι ίδιοι είναι.
Και αυτό το όλοι ίδιοι είναι είναι το πιο βολικό άλλοθι της παρακμής. Αν όλοι είναι ίδιοι, τότε κανείς δεν φταίει συγκεκριμένα. Αν κανείς δεν φταίει συγκεκριμένα, κανείς δεν λογοδοτεί. Αν κανείς δεν λογοδοτεί, όλα συνεχίζονται. Και αν όλα συνεχίζονται, τότε η παρακμή δεν είναι ατύχημα. Είναι σύστημα.
Μέσα σε αυτό το σύστημα, η νύχτα δεν είναι απλώς χώρος διασκέδασης. Είναι σύμβολο. Δεν φταίει το λαϊκό τραγούδι. Δεν φταίνε τα μπουζούκια. Δεν φταίει η ανάγκη του ανθρώπου να ξεχαστεί. Φταίει ότι μια ολόκληρη κοινωνία άρχισε να ζει με τη λογική της πίστας. Πολύς θόρυβος, λίγη σκέψη. Πολλά φώτα, χαμηλή συνείδηση. Πολλή επίδειξη, ελάχιστη ουσία. Πολλή συγκίνηση, μηδενική μνήμη.
Η διασκέδαση έγινε υποκατάστατο νοήματος. Η εικόνα υποκατέστησε την πραγματικότητα. Το στιγμιαίο συναίσθημα υποκατέστησε την ευθύνη. Και η κοινωνική ζωή γέμισε με ανθρώπους που διαμαρτύρονται για τη διαφθορά στο κινητό τους και λίγο αργότερα φωτογραφίζονται χαμογελαστοί στο επόμενο τραπέζι, σαν να μη συμβαίνει τίποτε γύρω τους.
Αυτό δεν είναι ηθικολογία. Είναι πολιτική διάγνωση. Μια κοινωνία που δεν μπορεί να ξεχωρίσει το σοβαρό από το θορυβώδες, το ουσιώδες από το εντυπωσιακό, το πένθος από την επίδειξη, την ευθύνη από το θέαμα, είναι μια κοινωνία που χάνει τον εαυτό της.
Και όταν μια κοινωνία χάνει τον εαυτό της, δεν χρειάζεται πάντα να καταρρεύσει με πάταγο. Μπορεί να σαπίσει αθόρυβα. Μπορεί να γελάει, να τραγουδάει, να ποστάρει, να θυμώνει, να δακρύζει, να ξεχνά και να συνεχίζει. Μπορεί να έχει γεμάτα μαγαζιά και άδεια βλέμματα. Μπορεί να έχει χιλιάδες αναρτήσεις και καμία συλλογική μνήμη. Μπορεί να έχει καθημερινή αγανάκτηση και καμία πραγματική αντίσταση.
Αυτή είναι η σημερινή Ελλάδα στην πιο ανησυχητική της εκδοχή. Μια χώρα που δεν στερείται συναισθήματος, αλλά στερείται προσανατολισμού. Μια χώρα που δεν στερείται φωνών, αλλά στερείται σοβαρής δημόσιας σκέψης. Μια χώρα που δεν στερείται θυμού, αλλά στερείται πολιτικής συνέπειας. Μια χώρα που μπορεί να θρηνεί αληθινά και ταυτόχρονα να μετατρέπει το πένθος της σε υλικό κατανάλωσης.
Ο Μαζωνάκης, ως δημόσιο πρόσωπο, συνδέθηκε με μια ολόκληρη εποχή της νεοελληνικής διασκέδασης. Αυτό δεν είναι ούτε κατηγορία ούτε αγιογραφία. Είναι διαπίστωση. Η δημόσια αντίδραση στον χαμό του φανέρωσε πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει στη χώρα αυτή η ανάγκη να ζει μέσα από πρόσωπα, σύμβολα, σκηνές και εικόνες. Να κλαίει δημόσια, να θυμώνει δημόσια, να καταδικάζει δημόσια, αλλά να αποφεύγει συστηματικά την πιο δύσκολη πράξη. Να αλλάζει ιδιωτικά και συλλογικά.
Και εδώ είναι η ουσία. Δεν θα σωθεί μια χώρα επειδή συγκινήθηκε. Θα σωθεί μόνο αν η συγκίνησή της γίνει μνήμη, η μνήμη γίνει απαίτηση και η απαίτηση γίνει θεσμική αλλαγή. Διαφορετικά, κάθε θάνατος θα γίνεται πρώτη είδηση για λίγες ώρες, κάθε τραγωδία θα γίνεται τηλεοπτικός μαραθώνιος, κάθε σκάνδαλο θα γίνεται υλικό για πάνελ και κάθε φορά θα καταλήγουμε στο ίδιο σημείο.
Στην ίδια οργή. Στα ίδια λόγια. Στις ίδιες υποσχέσεις. Στην ίδια λήθη.
Η Ελλάδα δεν κινδυνεύει μόνο από όσους την κυβερνούν άσχημα. Δεν κινδυνεύει μόνο από όσους την εκμεταλλεύονται. Δεν κινδυνεύει μόνο από όσους κερδίζουν από την αδυναμία των θεσμών. Κινδυνεύει κυρίως από την ικανότητά της να τα συνηθίζει όλα.
Να συνηθίζει την ακρίβεια. Να συνηθίζει την αυθαιρεσία. Να συνηθίζει την απάτη. Να συνηθίζει την ανεπάρκεια. Να συνηθίζει την ατιμωρησία. Να συνηθίζει ακόμη και τον θάνατο ως τηλεοπτική ενότητα.
Αν κάτι πρέπει να μας μείνει από αυτή την υπόθεση, δεν είναι άλλη μια στιγμή συλλογικού θρήνου. Είναι η ανάγκη να σταματήσουμε να λειτουργούμε ως κοινό και να ξαναγίνουμε κοινωνία. Να σταματήσουμε να περιμένουμε τον επόμενο νεκρό για να ανακαλύψουμε το επόμενο θεσμικό κενό. Να σταματήσουμε να αναθέτουμε στη δημοσιότητα τον ρόλο της δικαιοσύνης και στην τηλεόραση τον ρόλο της συνείδησης.
Γιατί μια κοινωνία που θυμάται μόνο όσο κρατάει η επικαιρότητα, δεν έχει μνήμη. Έχει αντανακλαστικά. Μια κοινωνία που οργίζεται μόνο μπροστά στην κάμερα, δεν έχει πολιτική συνείδηση. Έχει τηλεοπτικό θυμό. Και μια κοινωνία που μετατρέπει κάθε τραγωδία σε θέαμα, αργά ή γρήγορα θα ανακαλύψει ότι δεν έχασε μόνο τον σεβασμό προς τους νεκρούς της.
Έχασε και τον σεβασμό προς τον εαυτό της.
ΜΑΞΙΜΟΣ Θ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ