Υπάρχει κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο στην Αθήνα. Από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου διατύπωσε δημοσίως, με ονόματα και χαρακτηρισμούς, όσα η ελληνική πλευρά επιλέγει εδώ και χρόνια να αποφεύγει. Είπε ευθέως ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απειλεί την Ελλάδα, ότι κατέχει παράνομα τη βόρεια Κύπρο, και τον αποκάλεσε «τύραννο».
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός κατηγόρησε την Άγκυρα ότι φιλοξενεί τη Χαμάς και διαδίδει ψευδείς ισχυρισμούς σε βάρος του Ισραήλ, προσθέτοντας ότι ο Τούρκος πρόεδρος έχει σκοτώσει χιλιάδες Κούρδους και φυλακίζει δημοσιογράφους. «Καλεί καθημερινά για την καταστροφή του Ισραήλ. Λέει ότι θα γίνει ο κυβερνήτης της Ιερουσαλήμ. Όχι κύριε, δεν θα γίνεις. Είναι η χώρα μας, η πόλη μας, η αιώνια πρωτεύουσά μας», ανέφερε.
Την τοποθέτηση αναπαρήγαγε με ανάρτησή της και η πρεσβεία του Ισραήλ στην Ελλάδα, χαρακτηρίζοντας την Τουρκία «εστία μαζικής διάδοσης αντισημιτικών ψεμάτων» και επαναλαμβάνοντας τον πλήρη κατάλογο. Φιλοξενία ηγετών της Χαμάς, δολοφονία Κούρδων αμάχων, άρνηση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, φυλάκιση δημοσιογράφων και ηγετών της αντιπολίτευσης, παράνομη κατοχή της βόρειας Κύπρου και τακτικές παραβιάσεις κατά της Ελλάδας, μέλους του ΝΑΤΟ. Προστίθεται, μάλιστα, ότι η Άγκυρα «τώρα επιδιώκει να καταλάβει τη Συρία».
Η πρεσβεία στάθηκε ιδιαίτερα στο ελληνικό σκέλος. «Η Ελλάδα αποτελεί στενό και στρατηγικό εταίρο του Ισραήλ. Η ασφάλεια, η σταθερότητα και η ευημερία της Ελλάδας είναι σημαντικές για το Ισραήλ. Το Ισραήλ στέκεται στο πλευρό της Ελλάδας και μαζί θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε για την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο», αναφέρεται.
Και εδώ ανακύπτει το ερώτημα που απασχολεί την ελληνική δημόσια συζήτηση. Γιατί ο Νετανιάχου είπε από το ύψιστο διεθνές βήμα όσα η ελληνική κυβέρνηση διστάζει να πει.
Η πρώτη εξήγηση είναι η πλέον προφανής και αφορά τη σχέση Άγκυρας και Ιερουσαλήμ, η οποία βρίσκεται στο ναδίρ. Η τουρκική ηγεσία έχει υιοθετήσει την πιο επιθετική ρητορική κατά του Ισραήλ σε ολόκληρη τη Δύση, φιλοξενεί ηγετικά στελέχη της Χαμάς και έχει μετατρέψει το παλαιστινιακό ζήτημα σε κεντρικό άξονα της εξωτερικής της επικοινωνίας. Για τον Νετανιάχου, επομένως, η Τουρκία δεν είναι εταίρος με τον οποίο διατηρεί λεπτές ισορροπίες. Είναι αντίπαλος.
Η δεύτερη εξήγηση είναι ρητορικής στρατηγικής. Το Ισραήλ δέχεται έντονη διεθνή κριτική για τον πόλεμο στη Γάζα. Αντί να απαντήσει αμυντικά, ο πρωθυπουργός του επέλεξε να μετατοπίσει το βάρος στους κατηγόρους του, παρουσιάζοντάς τους ως καθεστώτα με βαρύ δικό τους ιστορικό. Σε αυτή τη λογική, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν αναφέρθηκαν τυχαία. Λειτούργησαν ως επιχείρημα, ως απόδειξη ότι η τουρκική συμπεριφορά δεν αφορά μόνο το Ισραήλ αλλά πλήττει και κράτη μέλη της ΕΕ και του ΝΑΤΟ.
Η τρίτη εξήγηση, και ίσως η ουσιαστικότερη, αφορά τη διαφορετική θέση των δύο χωρών. Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι γείτονες, σύμμαχοι εντός της ίδιας Συμμαχίας, με ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, εμπορικές σχέσεις, μεταναστευτική συνεργασία και ένα πλαίσιο ήπιων σχέσεων που η Αθήνα επιδιώκει να διατηρήσει. Η ελληνική εξωτερική πολιτική, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, έχει επιλέξει τη γλώσσα του διεθνούς δικαίου και όχι των προσωπικών χαρακτηρισμών, ακριβώς επειδή γνωρίζει ότι κάθε λέξη επιστρέφει την επόμενη ημέρα στο Αιγαίο. Το Ισραήλ δεν φέρει αυτό το βάρος. Δεν μοιράζεται σύνορα με την Τουρκία, δεν έχει να διαχειριστεί υπερπτήσεις και δεν κινδυνεύει από θερμό επεισόδιο.
Υπάρχει, τέλος, και η εσωτερική διάσταση. Ο Νετανιάχου απευθύνεται και σε ένα ακροατήριο εντός Ισραήλ, στο οποίο η σκληρή στάση απέναντι στην Άγκυρα καταγράφεται θετικά.
Τι σημαίνει, όμως, πρακτικά αυτή η τοποθέτηση για την Ελλάδα. Από μόνη της, τίποτα άμεσο. Δεν αλλάζει συσχετισμούς, δεν δεσμεύει τρίτους και δεν δημιουργεί υποχρεώσεις. Έχει ωστόσο αξία καταγραφής. Οι τουρκικές απειλές κατά της Ελλάδας και η κατοχή στην Κύπρο ακούστηκαν ενώπιον σχεδόν 130 ηγετών, σε μια συνεδρίαση που στενογραφείται και αρχειοθετείται. Και, σε δεύτερο επίπεδο, επιβεβαιώνει ότι η ελληνοϊσραηλινή σχέση, η οποία τους τελευταίους μήνες ενισχύθηκε με την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και με κοινές ναυτικές ασκήσεις, διαθέτει πλέον και δημόσια πολιτική έκφραση.
Το ερώτημα αν η Αθήνα θα έπρεπε να μιλά με την ίδια ένταση παραμένει ανοιχτό και διχάζει. Η μία πλευρά υποστηρίζει ότι η συστηματική αποφυγή χαρακτηρισμών εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Η άλλη αντιτείνει ότι η Ελλάδα κερδίζει διεθνώς ακριβώς επειδή εμφανίζεται ως η πλευρά που επικαλείται το δίκαιο και όχι τα επίθετα. Το βέβαιο είναι ότι όσα ειπώθηκαν χθες στη Νέα Υόρκη, τα είπε κάποιος που δεν θα χρειαστεί να τα διαχειριστεί στο Αιγαίο.