Υπάρχουν άνθρωποι που αφήνουν πίσω τους κτίρια και άνθρωποι που αφήνουν πίσω τους ερωτήματα. Ο Αθανάσιος «Σάκης» Ζαντίδης ανήκε στη δεύτερη κατηγορία, και ίσως γι’ αυτό η απουσία του γίνεται αισθητή με τρόπο που δύσκολα μετριέται. Περήφανος Πόντιος από το Κάτω Πορόια Σερρών, έφυγε από τη ζωή στη Μελβούρνη στις 25 Αυγούστου 2026, έχοντας στο πλευρό του την οικογένειά του.
Η ελληνική παροικία της Μελβούρνης αποχαιρετά έναν άνθρωπο του οποίου η προσφορά δεν καθορίστηκε ποτέ από την επιθυμία για προβολή, αλλά από μια βαθιά και διαρκή πεποίθηση. Ότι η παιδεία, ο πολιτισμός, ο διάλογος και η γνώση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο και την κοινωνία καλύτερους. Η ζωή του υπήρξε, στην ουσία, μια αδιάκοπη αναζήτηση. Ήθελε να γνωρίζει, να διαβάζει, να συζητά, να αμφισβητεί και πάνω απ’ όλα να κατανοεί. Για τον Σάκη, η γνώση δεν ήταν κάτι που αποκτά κανείς και το φυλάει. Ήταν μια διαρκής διαδικασία, ένας δρόμος χωρίς τελικό προορισμό.
Γεννήθηκε σε πολύτεκνη ποντιακή οικογένεια έξι παιδιών και έδειξε από μικρός την αγάπη του για τα βιβλία. Όσοι τον γνώρισαν θυμούνται ένα παιδί με το κεφάλι σχεδόν πάντα σκυμμένο πάνω από μια σελίδα. Στα 22 του πήρε την απόφαση που καθόρισε τα υπόλοιπα. Ταξίδεψε στην Αυστραλία για να σπουδάσει, χωρίς να γνωρίζει αγγλικά. Χρειάστηκε θάρρος, επιμονή και μια αξιοσημείωτη πίστη στον εαυτό του. Παντρεύτηκε, δημιούργησε οικογένεια, εργάστηκε και παράλληλα δεν σταμάτησε να κυνηγά το όνειρο της μόρφωσης.
Η προσπάθεια απέδωσε. Ολοκλήρωσε Bachelor of Arts στο La Trobe University, με ειδίκευση στις γλώσσες, στα Αγγλικά και τα Ελληνικά. Για εκείνον, όμως, η γλώσσα δεν ήταν ποτέ απλώς εργαλείο επικοινωνίας. Ήταν πύλη προς την ιστορία, τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και τον πολιτισμό. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι δεν ανταλλάσσουν μόνο λέξεις, αλλά ιδέες. Αυτή η μόρφωση έγινε και η βάση της επαγγελματικής του ζωής. Μέχρι τη συνταξιοδότησή του εργάστηκε ως ανεξάρτητος συνεργάτης, διερμηνέας και μεταφραστής. Ο νεαρός που έφτασε στην Αυστραλία χωρίς να ξέρει τη γλώσσα κατέληξε να κάνει τη γλώσσα επάγγελμα.
Ήταν βαθιά γοητευμένος από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, την ποίηση και το θέατρο. Θαύμαζε τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αλλά και τον Αριστοφάνη. Ανάμεσα στα αγαπημένα του έργα ξεχώριζε η «Λυσιστράτη», για την αντιπολεμική και ανατρεπτική της διάσταση και για τον τρόπο με τον οποίο αμφισβητούσε τις παραδοσιακές αντιλήψεις για την εξουσία και τον ρόλο των γυναικών. Ήταν ακριβώς αυτή η διάθεση αμφισβήτησης που τον γοήτευε στους αρχαίους.
Συχνά αναρωτιόταν αν η τεχνολογική πρόοδος του σύγχρονου κόσμου συνοδεύτηκε από αντίστοιχη πρόοδο της ανθρώπινης σκέψης. Το να διαθέτει κανείς πληροφορίες, πίστευε, δεν αρκεί. Σημασία έχει η ικανότητα να σκέφτεται κριτικά. Πίστευε στον διάλογο και όχι στη διαφωνία ως μέσο επικράτησης. Του άρεσε να ακούει διαφορετικές απόψεις, ακόμη και όταν διαφωνούσε μαζί τους, θεωρώντας ότι ο σεβασμός στη διαφορετική άποψη οξύνει τη σκέψη και τελικά φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά.
Αυτή η φιλοσοφία καθόρισε και την προσφορά του στην παροικία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και κατά τη δεκαετία του 1990, η ελληνική κοινότητα της Μελβούρνης άλλαζε. Η μεταπολεμική γενιά είχε πλέον οικογένειες, επιχειρήσεις και οργανισμούς, τα παιδιά της μεγάλωναν, ενώ οι οικογένειες μετακινούνταν όλο και περισσότερο έξω από τα παραδοσιακά κέντρα του Fitzroy, του Richmond και του Brunswick. Ο Σάκης αντιλήφθηκε ότι η νέα γενιά χρειαζόταν πρόσβαση στην ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό κοντά στον τόπο όπου ζούσε. Δημιούργησε έτσι ανεξάρτητο ελληνικό σχολείο με μαθήματα τα Σαββατοκύριακα, σε κοινοτικό χώρο στο Deer Park.
Η ανταπόκριση των οικογενειών υπήρξε μεγάλη και οι εγγραφές αυξήθηκαν γρήγορα. Καθώς οι ανάγκες μεγάλωναν, αναγνώρισε ότι η συνέχεια απαιτούσε μεγαλύτερη δομή και συνεργάστηκε με το Omiros College, ώστε τα δύο σχολεία να ενώσουν τις δυνάμεις τους. Το Omiros, που είχε ιδρυθεί το 1984, εξελίχθηκε στη συνέχεια σε έναν από τους σημαντικούς ανεξάρτητους φορείς ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης της περιοχής. Ο ίδιος δεν αποχώρησε μετά την ίδρυση. Παρέμεινε συνδεδεμένος με τη λειτουργία του σχολείου, δημιουργώντας ευκαιρίες ώστε οι μαθητές να γνωρίσουν τον ελληνικό πολιτισμό μέσα από την ποίηση, τον χορό και άλλες δραστηριότητες. Πίστευε ότι ακόμη και παιδιά πέντε και έξι ετών μπορούν να αποκτήσουν ουσιαστική σχέση με την κληρονομιά τους. Η πεποίθησή του ήταν απλή και ριζοσπαστική ταυτόχρονα. Η παιδεία είναι ελευθερία.
Η προσφορά του δεν σταμάτησε στις σχολικές αίθουσες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ίδρυσε στη Μελβούρνη το δωρεάν ελληνόγλωσσο περιοδικό «Όμορφη Ηλικία», σε μια εποχή που η παροικία αντιμετώπιζε έντονα ερωτήματα για την ταυτότητα, τη διαδοχή των γενεών και τη θέση της στην πολυπολιτισμική Αυστραλία. Τα σωζόμενα τεύχη, από τον Δεκέμβριο του 1995 έως τον Αύγουστο του 1996, αποκαλύπτουν ένα έντυπο με εντυπωσιακό εύρος. Ελληνική ιστορία και τέχνη, φιλοσοφία και λογοτεχνία, μετανάστευση και ταυτότητα, οικογένεια, μητρότητα, διαπολιτισμική ζωή, αυστραλιανή νομοθεσία και κοινωνικά ζητήματα.
Το περιοδικό δεν αντιμετώπιζε τον ελληνικό πολιτισμό ως κάτι που έπρεπε απλώς να διατηρηθεί μέσα από τη νοσταλγία. Για τον Σάκη, η πολιτιστική κληρονομιά μπορούσε να μείνει ζωντανή μόνο εφόσον την κατανοούσαμε, τη μελετούσαμε, την αμφισβητούσαμε και την αφήναμε να συνομιλεί με τον σύγχρονο κόσμο. Στις σελίδες του συνυπήρχαν η αρχαία και η βυζαντινή Ελλάδα με τα προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας, κείμενα για την Ορθοδοξία και τη βυζαντινή εικονογραφία δίπλα σε άρθρα για το Οικογενειακό Δικαστήριο της Αυστραλίας, τον χωρισμό, τη θέση της γυναίκας και την εμπειρία όσων επέλεγαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερη θέση είχε το διαχρονικό ερώτημα της ταυτότητας. Τι σημαίνει να ανήκεις στην Αυστραλία και ταυτόχρονα να αισθάνεσαι δεμένος με την Ελλάδα. Οι «Δυο πατρίδες» δεν ήταν απλώς τίτλος. Ήταν ερώτημα που αφορούσε και εξακολουθεί να αφορά πολλές γενιές της διασποράς. Ακόμη και η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη βρήκαν θέση στις σελίδες του περιοδικού, με το ίδιο πάντα υπόβαθρο. Αν η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να θεωρείται πραγματική πρόοδος όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψης, της κατανόησης και της ανθρωπιάς.
Εδώ, ίσως, βρίσκεται και το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της σκέψης του. Δεν πίστευε ότι ο πολιτισμός επιβιώνει λέγοντας στους νέους τι πρέπει να πιστεύουν. Πίστευε ότι πρέπει πρώτα να τους δώσεις τα εργαλεία για να καταλάβουν γιατί.
Για την οικογένεια και τους στενούς φίλους του, βέβαια, ο Σάκης δεν ήταν μόνο ο διανοούμενος, ο εκπαιδευτικός ή ο μεταφραστής. Ήταν σύζυγος, πατέρας, αδελφός, θείος, φίλος και μέντορας. Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να μετατρέψει μια απλή συζήτηση σε φιλοσοφικό διάλογο, να μιλήσει για ώρες για έναν πίνακα ζωγραφικής και να περάσει από τον Αριστοτέλη στη μουσική, από την πολιτική στο ανθρώπινο σώμα, από την αρχαία Ελλάδα στο τελευταίο τραγούδι που άκουσε στο ραδιόφωνο. Ήταν επίσης κάποιος που μπορούσε να σταθεί στην κορυφή ενός βουνού και να αναλογιστεί πόσο μικρός είναι ο άνθρωπος μπροστά στο μεγαλείο της φύσης, και λίγο αργότερα να σταθεί δίπλα στη θάλασσα και να νιώσει απόλυτα οικεία.
Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του δεν βρίσκεται σε έναν θεσμό, σε ένα περιοδικό ή σε μια επαγγελματική επιτυχία. Βρίσκεται στους ανθρώπους που ενθάρρυνε να μάθουν, στα παιδιά που βοήθησε να γνωρίσουν την ελληνική τους κληρονομιά, στις συζητήσεις που προκάλεσε και στις ιδέες που άφησε πίσω του.
Ίσως ο πιο απλός τρόπος να περιγραφεί η φιλοσοφία που καθόρισε τη ζωή του βρίσκεται στα λόγια που αποδίδονται στον Σωκράτη στην «Απολογία» του Πλάτωνα, ότι ο ανεξέταστος βίος δεν αξίζει να βιώνεται. Ο Σάκης Ζαντίδης εξέτασε τη ζωή. Την αμφισβήτησε, την προκάλεσε, τη θαύμασε και προσπάθησε να την κατανοήσει. Δεν αναζήτησε εύκολες απαντήσεις. Αναζήτησε την κατανόηση.