Σε εξωδικαστικό συμβιβασμό ιστορικών διαστάσεων προχώρησε η Meta Platforms, αποδεχόμενη την καταβολή έως και 16,68 δισεκατομμυρίων δολαρίων προκειμένου να διευθετήσει τις προσφυγές που είχαν καταθέσει εναντίον της αμερικανικές πολιτείες. Πρόκειται για ένα ποσό που δεν αποτυπώνει απλώς το μέγεθος της νομικής έκθεσης του ομίλου, αλλά και το πόσο ακριβά μπορεί πλέον να κοστίσει σε μια εταιρεία τεχνολογίας η αμφισβήτηση του ίδιου του σχεδιασμού των προϊόντων της.
Στον πυρήνα της διαμάχης βρίσκονταν οι κατηγορίες ότι το Instagram και το Facebook σχεδιάστηκαν εσκεμμένα με τρόπο που προκαλεί εθισμό στις νεαρές ηλικίες, με αποτέλεσμα σημαντικές ψυχολογικές και συναισθηματικές βλάβες στους ανηλίκους. Η διατύπωση αυτή είναι κρίσιμη, γιατί μετατοπίζει τη συζήτηση από το περιεχόμενο που δημοσιεύουν οι χρήστες — πεδίο στο οποίο οι πλατφόρμες απολαμβάνουν εδώ και χρόνια ισχυρή νομική προστασία στις ΗΠΑ — στη σχεδίαση του ίδιου του προϊόντος. Οι ατέρμονες ροές, οι ειδοποιήσεις, οι μηχανισμοί επιβράβευσης και όλα όσα κρατούν έναν έφηβο συνδεδεμένο για ώρες αντιμετωπίζονται πλέον ως χαρακτηριστικά που μπορούν να ελεγχθούν δικαστικά, όπως ακριβώς ελέγχεται η ασφάλεια ενός οποιουδήποτε καταναλωτικού αγαθού.
Ο συμβιβασμός αποτρέπει τη διεξαγωγή μιας από τις πλέον πολυσυζητημένες ομοσπονδιακές δίκες στην Καλιφόρνια, η οποία αναμενόταν να θέσει στο στόχαστρο τις επιχειρηματικές πρακτικές των κολοσσών της τεχνολογίας. Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σκέλος της υπόθεσης: μια δίκη τέτοιας εμβέλειας θα σήμαινε κατάθεση εσωτερικών εγγράφων, εξέταση στελεχών ενώπιον ενόρκων και δημόσια έκθεση της εσωτερικής έρευνας που διαθέτει η εταιρεία για τις επιπτώσεις των εφαρμογών της στους νέους. Με τον συμβιβασμό, όλο αυτό το υλικό δεν φτάνει ποτέ στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, οι κατηγορίες δεν περιορίζονταν στην επικίνδυνη σχεδίαση. Η εταιρεία κατηγορήθηκε επιπλέον ότι παραπλάνησε συστηματικά τους καταναλωτές ως προς τα μέτρα ασφαλείας που λαμβάνει, ενώ παράλληλα προχώρησε σε παράνομη συλλογή προσωπικών δεδομένων παιδιών χωρίς τη δεόντως απαιτούμενη συγκατάθεση. Το τρίπτυχο αυτό — επιβλαβής σχεδιασμός, παραπλανητική επικοινωνία, παράτυπη επεξεργασία δεδομένων ανηλίκων — συνθέτει έναν κατηγορητήριο φάκελο που δύσκολα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί επικοινωνιακά ενώπιον ενόρκων.
Το χρονικό περιθώριο ελιγμών για τη Meta στένεψε δραματικά όταν, λίγες μόλις ημέρες πριν από την προγραμματισμένη έναρξη της διαδικασίας επιλογής ενόρκων στις 12 Αυγούστου, το ομοσπονδιακό εφετείο απέρριψε οριστικά το αίτημά της για αναστολή της δίκης. Ήταν η τελευταία διαθέσιμη δικονομική διέξοδος. Από τη στιγμή που έκλεισε, η εταιρεία βρέθηκε αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο μιας μακράς και εξαιρετικά εκθετικής διαδικασίας, με απρόβλεπτη ετυμηγορία και με πιθανές αποζημιώσεις που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν κάθε εκτίμηση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιλογή του συμβιβασμού λειτούργησε ως διαχείριση κινδύνου παρά ως παραδοχή. Ο τεχνολογικός κολοσσός κλείνει ένα τεράστιο μέτωπο νομικής και επικοινωνιακής αμφισβήτησης, εξαγοράζοντας ουσιαστικά τη βεβαιότητα ότι κλείνει την υπόθεση. Ταυτόχρονα όμως δημιουργείται ένα προηγούμενο που δύσκολα θα αγνοήσουν οι υπόλοιπες πλατφόρμες. Το μήνυμα προς τον κλάδο είναι ότι η προστασία των ανηλίκων έχει πάψει να αποτελεί ζήτημα εταιρικής πολιτικής και έχει μετατραπεί σε ζήτημα νομικής ευθύνης με μετρήσιμο αποτύπωμα, δισεκατομμυρίων δολαρίων.