Στον τέταρτο γύρο διαπραγματεύσεων υπό αμερικανική διαμεσολάβηση, που πραγματοποιήθηκε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ της Ουάσινγκτον, Ισραήλ και Λίβανος κατέληξαν σε νέα συμφωνία για πλήρη κατάπαυση του πυρός.
Η κοινή δήλωση που υπέγραψαν Ηνωμένες Πολιτείες, Ισραήλ και Λίβανος αποτυπώνει όχι μόνο έναν ακόμη γύρο εκεχειρίας, αλλά μια πιο φιλόδοξη προσπάθεια για τη δημιουργία σταθερού πλαισίου ασφαλείας στη νότια ζώνη του Λιβάνου, με ρητές αναφορές στο μέλλον των σχέσεων των δύο χωρών. Η κρίσιμη αβεβαιότητα παραμένει η στάση της Χεζμπολάχ, η οποία δεν συμμετείχε στις συνομιλίες.
Ο πυρήνας της συμφωνίας είναι σαφής: η κατάπαυση του πυρός «εξαρτάται από την πλήρη παύση των πυρών της Χεζμπολάχ και την απομάκρυνση όλων των στελεχών και μαχητών της από τις περιοχές νότια του ποταμού Λιτάνι». Παράλληλα, συμφωνήθηκε η δημιουργία πιλοτικών ζωνών ασφαλείας εντός του λιβανικού εδάφους, από τις οποίες θα απουσιάζουν οι μαχητές της σιιτικής οργάνωσης και στις οποίες θα αναλάβει πλήρη έλεγχο ο λιβανικός στρατός.
Η απαίτηση αποχώρησης νότια του Λιτάνι δεν είναι νέα. Ο ποταμός Λιτάνι απέχει περίπου 30 χιλιόμετρα από τα ισραηλινοϊρανικά σύνορα και αποτελεί εδώ και δεκαετίες τη γεωγραφική γραμμή αναφοράς για τη δυτική διπλωματία στον Λίβανο. Ήδη από το 2006, η απόφαση 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ απαιτούσε την απόσυρση των δυνάμεων της Χεζμπολάχ βόρεια του Λιτάνι — απόφαση που ουδέποτε εφαρμόστηκε πλήρως. Το γεγονός ότι η ίδια απαίτηση επαναδιατυπώνεται το 2026, σε ένα νέο πλαίσιο που περιλαμβάνει και ζώνες ασφαλείας υπό λιβανικό έλεγχο, δείχνει ότι οι διαπραγματευτές επιχειρούν να δώσουν στην παλαιά δέσμευση επιχειρησιακό περιεχόμενο. The
Η κοινή δήλωση εμπεριέχει και ένα πολιτικό μήνυμα που δεν απευθύνεται σε Ισραηλινούς ή Λιβανέζους: «Όλες οι χώρες επαναβεβαίωσαν ότι το μέλλον των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου πρέπει να αποφασιστεί από τις δύο κυρίαρχες κυβερνήσεις. Απέρριψαν οποιαδήποτε προσπάθεια, από οποιοδήποτε κράτος ή μη κρατικό παράγοντα, να κρατήσει όμηρο το μέλλον του Λιβάνου». Η αναφορά σε «κράτος» και «μη κρατικό παράγοντα» δεν αφήνει αμφιβολία για τον αποδέκτη που είναι το Ιράν ως χρηματοδότης και υποστηρικτής της Χεζμπολάχ, και η ίδια η Χεζμπολάχ ως ένοπλη οργάνωση που λειτουργεί παράλληλα με και εντός του λιβανικού κράτους.
Το Ιράν έχει επιμείνει ότι οι ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο πρέπει να τερματιστούν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης διευθέτησης που θα περιλαμβάνει και τις παράλληλες διαπραγματεύσεις για τα πυρηνικά. Η Ουάσινγκτον, με τη νέα συμφωνία, επιχειρεί να αποδεσμεύσει τις δύο διαδρομές — να προχωρήσει δηλαδή σε σταθεροποίηση του Λιβάνου ανεξάρτητα από την κατάληξη των ιρανικών διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για στρατηγική επιλογή που στέλνει ένα κατηγορηματικό μήνυμα ότι το μέλλον του Λιβάνου δεν είναι διαπραγματευτικό χαρτί για χρήση στο τραπέζι της Τεχεράνης.
Η σημερινή συμφωνία αποτελεί ένα ακόμη βήμα σε μια σειρά από κατόπιν εκεχειριών και επεκτάσεών τους που χαρακτηρίζει τη σύγκρουση. Η πρώτη εκεχειρία στο λιβανικό μέτωπο είχε τεθεί σε ισχύ στις 16 Απριλίου 2026 για δέκα ημέρες, επεκτάθηκε κατόπιν για τρεις εβδομάδες και στη συνέχεια για ακόμα 45 ημέρες τον Μάιο. Στις 1 Ιουνίου επιτεύχθηκε μια πρώτη τοπική συμφωνία, με το Ισραήλ να δεσμεύεται να μη στοχεύσει τα νότια προάστια της Βηρυτού και τη Χεζμπολάχ να αναλαμβάνει να μη χτυπήσει το Ισραήλ. Η σημερινή συμφωνία επιχειρεί να υπερβεί αυτό το πλαίσιο και να επεκτείνει την εκεχειρία σε ολόκληρο τον Λίβανο, θέτοντας ταυτόχρονα το ζήτημα της μόνιμης αποχώρησης της Χεζμπολάχ.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Χεζμπολάχ θα αποδεχθεί τους όρους. Η οργάνωση έχει ήδη εκφράσει αρχικά ανοιχτή στάση απέναντι σε μια πλήρη κατάπαυση του πυρός, αλλά ο ειδικός όρος της αποχώρησης νότια του Λιτάνι είναι ουσιαστικά διαφορετικής τάξης μεγέθους. Σημαίνει εγκατάλειψη θέσεων που η Χεζμπολάχ κατέχει εδώ και χρόνια, αποδέσμευση από έδαφος που θεωρεί μέρος της επιχειρησιακής της ακτίνας και αποδοχή λιβανικής κρατικής παρουσίας σε ζώνες που έχει ελέγξει ουσιαστικά μόνη της. Η απόφαση αυτή υπερβαίνει τις δυνάμεις της ίδιας της οργάνωσης και αγγίζει το ερώτημα σε ποιο βαθμό η Τεχεράνη θα επιτρέψει τέτοιου είδους στρατηγική υποχώρηση.
Η κοινή δήλωση κλείνει με μια φράση που λειτουργεί συγχρόνως ως πρόσκληση και αίτηση ελέγχου: «Αυτά τα βήματα θα επιτρέψουν την πρόοδο προς μια συνολική συμφωνία ειρήνης και ασφάλειας». Πρόκειται για την πρώτη φορά που η διπλωματική γλώσσα αναφέρεται ρητά σε «ειρήνη» μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου. Πρόκειται για ένα ορόσημο διατύπωσης που, αν ακολουθηθεί από πράξεις, θα σήμαινε κάτι ιστορικής σημασίας. Μέχρι τότε, το κρίσιμο εμπόδιο παραμένει η αποδοχή ή απόρριψη των όρων από μια οργάνωση που δεν κάθισε στο τραπέζι αυτής της συμφωνίας.