Η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών να αποφυλακίσει τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο δεν αποτελεί απλώς μια δικαστική εξέλιξη, αλλά μια κατάφωρη πρόκληση για το κοινό περί δικαίου αίσθημα, η οποία δικαιολογημένα έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων.
Το γεγονός ότι το δικαστικό συμβούλιο επέλεξε να αγνοήσει προκλητικά την εμπεριστατωμένη εισήγηση του Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος τάχθηκε κατά της αποφυλάκισης, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τα κριτήρια με τα οποία αποτιμάται η βαρύτητα των ειδεχθέστερων εγκλημάτων στη στορία της μεταπολίτευσης.
Όταν ένας άνθρωπος έχει καταδικαστεί σε 17 φορές ισόβια κάθειρξη, η παροχή ελευθερίας με το πρόσχημα της προχωρημένης ηλικίας ή της τυπικής συμμόρφωσης στους κανόνες της φυλακής, υποβαθμίζει την ίδια την αξία της ανθρώπινης ζωής και προσβάλλει ανεπανόρθωτα τη μνήμη των θυμάτων της τρομοκρατίας.
Η επίκληση της «καλής διαγωγής», το “διδακτορικό” και η επιτυχημένη χρήση των τακτικών αδειών από το 2022 δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να λειτουργήσουν ως πλυντήριο ενοχής ή ως άλλοθι για την πρόωρη αποφυλάκιση.
Στην περίπτωση του Γιωτόπουλου, η Δικαιοσύνη δεν αντιμετώπιζε έναν κοινό ποινικό κρατούμενο, αλλά τον άνθρωπο που σύμφωνα με το αμετάκλητο κατηγορητήριο υπήρξε ο απόλυτος «εγκέφαλος» της 17 Νοέμβρη.
Δεν ήταν ένας απλός συνεργός ή ένας εκτελεστής της διπλανής πόρτας, αλλά ο καθοδηγητής που συνέλαβε, οργάνωσε και έδινε τις εντολές για τις δολοφονίες που αιματοκύλησαν τη χώρα για δεκαετίες. Το να αντιμετωπίζεται ο ηθικός αυτουργός και οργανωτής τέτοιων τρομοκρατικών χτυπημάτων με όρους γραφειοκρατικής επιείκειας, αποτελεί μια επικίνδυνη διολίσθηση του σωφρονιστικού μας συστήματος.
Αυτή η δικαστική απόφαση παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο Γιωτόπουλος, από τη σύλληψή του το καλοκαίρι του 2002 στους Λειψούς μέχρι και σήμερα, ουδέποτε επέδειξε την παραμικρή μεταμέλεια, επιλέγοντας να αρνείται πεισματικά τις πράξεις του και να μην προσφέρει καμία ηθική δικαίωση στις οικογένειες των θυμάτων.
Οι περιοριστικοί όροι που του επιβλήθηκαν, όπως η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και η εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα, φαντάζουν ως μια ασήμαντη υποχρέωση μπροστά στο μέγεθος της καταδίκης του. Την ώρα που ο σκληρός πυρήνας της οργάνωσης, όπως ο αρχιεκτελεστής Δημήτρης Κουφοντίνας και τα αδέλφια Ξηρού, παραμένουν ορθώς στο κελί, η απελευθέρωση του ανθρώπου που κινούσε τα νήματα πίσω από αυτούς, δημιουργεί ένα δυσεξήγητο παράδοξο και αφήνει μια βαθιά πληγή στην αξιοπιστία του νομικού μας πολιτισμού.