Έντονες πολιτικές αντιδράσεις προκάλεσε στην Ουάσιγκτον η απόφαση της Τουρκίας να αναπτύξει μαχητικά αεροσκάφη F-16 και συστήματα αεράμυνας στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, με κορυφαίους Αμερικανούς νομοθέτες να εκφράζουν δημόσια την αντίθεσή τους και να προειδοποιούν για επικίνδυνη κλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τον τόνο των αντιδράσεων έδωσε ο Αμερικανός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο οποίος χαρακτήρισε την τουρκική κίνηση πλήγμα για την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας και εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για τις γεωπολιτικές επιπτώσεις. Και ακολούθησαν με εξίσου σκληρές δηλώσεις εναντίον της Τουρκίας οι βουλευτές Τίνα Τάϊτους και Γκας (Κωνσταντίνος) Μπιλλιράκης.
Μέσω δημόσιας ανάρτησης της Επιτροπής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Μικς τόνισε ότι η ανάπτυξη των τουρκικών στρατιωτικών μέσων «υπονομεύει την κυριαρχία της Κύπρου και συμβάλλει μόνο στην αύξηση των εντάσεων στην περιοχή», καλώντας τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να αναθεωρήσει άμεσα την απόφαση.
Η αντίδραση αυτή ήρθε μετά την ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας ότι έξι μαχητικά αεροσκάφη F-16 μαζί με συστήματα αεράμυνας μεταφέρθηκαν στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, το οποίο τελεί υπό τουρκική κατοχή από το 1974. Η Άγκυρα υποστήριξε ότι η ανάπτυξη των στρατιωτικών μέσων αποσκοπεί στην ενίσχυση της ασφάλειας της τουρκοκυπριακής κοινότητας, επικαλούμενη μάλιστα τις ευρύτερες εξελίξεις στην περιοχή και τον πόλεμο που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Ιράν.
Ωστόσο, στην Ουάσιγκτον η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως νέα στρατιωτική πρόκληση στην Ανατολική Μεσόγειο, με πολλούς Αμερικανούς νομοθέτες να εκφράζουν φόβους ότι η παρουσία τουρκικών μαχητικών σε κατεχόμενο έδαφος θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω το ήδη τεταμένο περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στις νομικές διαστάσεις της υπόθεσης, καθώς τα τουρκικά F-16 είναι αμερικανικής κατασκευής και αποκτήθηκαν μέσω προγραμμάτων πώλησης στρατιωτικού εξοπλισμού των Ηνωμένων Πολιτειών.
Βάσει της αμερικανικής νομοθεσίας και ειδικότερα του Νόμου περί Ελέγχου Εξαγωγών Όπλων (Arms Export Control Act), ο στρατιωτικός εξοπλισμός που παραχωρείται σε άλλες χώρες πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για σκοπούς νόμιμης άμυνας ή για χρήσεις που έχουν εγκριθεί από την αμερικανική κυβέρνηση.
Η ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων σε περιοχές που βρίσκονται υπό στρατιωτική κατοχή ή δεν αναγνωρίζονται διεθνώς μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζει τους όρους με τους οποίους εγκρίθηκε η πώλησή τους, γεγονός που έχει ήδη αρχίσει να απασχολεί πολιτικούς κύκλους στην αμερικανική πρωτεύουσα.
Υπενθυμίζεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν ως μοναδικό νόμιμο κράτος στο νησί την Κυπριακή Δημοκρατία, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητη κάθε στρατιωτική δραστηριότητα στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι ελληνοαμερικανοί βουλευτές Γκας Μπιλιράκης και Τίνα Τάιτους, οι οποίοι εξέφρασαν επίσης την έντονη αντίδρασή τους για την ανάπτυξη των τουρκικών μαχητικών.
Η Τίνα Τάιτους, σε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χαρακτήρισε την απόφαση της Άγκυρας «αχρείαστα προκλητική και κλιμακωτική», υποστηρίζοντας ότι η ενέργεια αυτή αυξάνει την ένταση στην περιοχή και ενισχύει τις ανησυχίες για τον ρόλο της Τουρκίας ως συμμάχου στο ΝΑΤΟ.
Παράλληλα, τόνισε ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτελεί έναν ακόμη λόγο για τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα πρέπει να προχωρήσουν στην πώληση μαχητικών F-35 στην Τουρκία, ενώ κάλεσε τον Αμερικανό πρόεδρο να μην άρει τις κυρώσεις CAATSA που έχουν επιβληθεί στην Άγκυρα.
Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο μια παλιά αλλά ιδιαίτερα ευαίσθητη πολιτική πληγή στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας. Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, το αμερικανικό Κογκρέσο είχε επιβάλει προσωρινό εμπάργκο όπλων στην Τουρκία, εκτιμώντας ότι αμερικανικός στρατιωτικός εξοπλισμός χρησιμοποιήθηκε κατά παράβαση των όρων εξαγωγής του.
Σήμερα, μισό αιώνα αργότερα, η νέα ανάπτυξη τουρκικών μαχητικών στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου φαίνεται να αναζωπυρώνει τις ίδιες ανησυχίες στην Ουάσιγκτον, με πολλούς στο Κογκρέσο να ζητούν στενή παρακολούθηση της κατάστασης και επανεξέταση της στρατιωτικής συνεργασίας με την Άγκυρα..