Ένα φιλόδοξο εγχείρημα που φιλοδοξεί να αλλάξει τον χάρτη της ναυπηγικής και αμυντικής βιομηχανίας στην Ανατολική Μεσόγειο παρουσιάστηκε στην Αθήνα. Πρόκειται για το «Project Trident», μια στρατηγική συνεργασία Ελλάδας, Ηνωμένων Πολιτειών και Νότιας Κορέας που τοποθετεί στο επίκεντρό της την Ελευσίνα.
Η συμφωνία παρουσιάστηκε κατά την τελετή υπογραφής της στρατηγικής συμμαχίας μεταξύ της ONEX και της κορεατικής Hanwha Ocean, που πραγματοποιήθηκε στην πρεσβευτική κατοικία των ΗΠΑ, προσδίδοντας στο εγχείρημα έναν σαφή γεωπολιτικό χαρακτήρα πέρα από την καθαρά επιχειρηματική του διάσταση.
Στον πυρήνα του σχεδίου βρίσκεται ένα επενδυτικό πρόγραμμα συνολικού ύψους 1,35 δισ. ευρώ. Το ποσό προορίζεται για την αναβάθμιση και επέκταση των ναυπηγικών δυνατοτήτων της χώρας, την ανάπτυξη νέων λιμενικών και εφοδιαστικών υποδομών και τη δημιουργία σύγχρονων βιομηχανικών εγκαταστάσεων ικανών να υποστηρίζουν διεθνή ναυτικά και αμυντικά προγράμματα. Πέρα από τις υποδομές, το πρόγραμμα φιλοδοξεί να ενσωματώσει αμερικανικές και κορεατικές τεχνολογίες αιχμής για την κατασκευή φρεγατών, κορβετών και υποβρυχίων στην Ελλάδα, παράλληλα με δυνατότητες συντήρησης και επισκευής διεθνών προδιαγραφών. Σε επίπεδο οικονομικού αποτυπώματος, η εκτίμηση κάνει λόγο για έως και 10.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και για ετήσια συνεισφορά που θα μπορούσε να προσεγγίσει το 0,8% έως 1% του ΑΕΠ.
Το εγχείρημα δομείται σε τρεις διακριτές φάσεις με κλιμακούμενο μέγεθος. Η πρώτη φάση, ύψους 150 εκατ. ευρώ, εστιάζει στην ενίσχυση των δυνατοτήτων συντήρησης και επισκευής πλοίων μέσω νέων εγκαταστάσεων και δεξαμενών μεγάλης κλίμακας. Η δεύτερη φάση, ύψους 200 εκατ. ευρώ, επικεντρώνεται στην αναβάθμιση των λιμενικών υποδομών και στη δημιουργία σύγχρονων εγκαταστάσεων logistics και εφοδιαστικής αλυσίδας, ώστε η Ελευσίνα να μπορεί να διαχειρίζεται σημαντικά μεγαλύτερο όγκο ναυτικών και αμυντικών δραστηριοτήτων. Η τρίτη και μεγαλύτερη φάση, ύψους 1 δισ. ευρώ, προβλέπει την εγκατάσταση προηγμένου βιομηχανικού εξοπλισμού, αυτοματοποιημένων γραμμών παραγωγής και εξειδικευμένων υποδομών που θα μπορούν να υποστηρίξουν ακόμη και προγράμματα ναυπήγησης και υποστήριξης υποβρυχίων.
Καθοριστικό στοιχείο του σχεδιασμού αποτελεί η έμφαση στη συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας. Ο σχεδιασμός προβλέπει ισχυρή συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής και ναυπηγικής βιομηχανίας, με στόχο ποσοστό εγχώριας προστιθέμενης αξίας έως και 70% στα προγράμματα που θα αναπτυχθούν. Πρόκειται για παράμετρο που, αν επιτευχθεί, μετατοπίζει το βάρος από την απλή «εισαγωγή» τεχνολογίας στην ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας και στην ανάπτυξη εγχώριας βιομηχανικής βάσης. Στο ίδιο πλαίσιο, το Project Trident φιλοδοξεί να μετατρέψει την Ελευσίνα σε περιφερειακό κέντρο ναυπηγικής και αμυντικής υποστήριξης για την Ανατολική Μεσόγειο, τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα, εξυπηρετώντας τόσο τις ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού όσο και συμμαχικών δυνάμεων.
Τη στρατηγική σημασία της πρωτοβουλίας ανέδειξε η πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, η οποία χαρακτήρισε τη συμφωνία ως κάτι που υπερβαίνει τα όρια μιας απλής επιχειρηματικής συνεργασίας, κάνοντας λόγο για κοινή δέσμευση των τριών χωρών στην ασφάλεια και την ευημερία της ευρύτερης περιοχής. Όπως ανέφερε, η τριμερής συνεργασία μπορεί να αναδείξει την Ελλάδα σε περιφερειακό βιομηχανικό κέντρο ναυτικής άμυνας, υποστηρίζοντας το Πολεμικό Ναυτικό, τον 6ο Στόλο των ΗΠΑ, δυνάμεις του ΝΑΤΟ και συμμαχικές χώρες στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. «Πρόκειται για στρατηγική επένδυση στην πράξη, η οποία ενισχύει τη συλλογική μας άμυνα και εμβαθύνει τους οικονομικούς μας δεσμούς, διασφαλίζοντας την ασφάλεια του έθνους μας», υπογράμμισε, τονίζοντας ότι το πρόγραμμα θα συνδυάσει αμερικανικές και κορεατικές τεχνολογίες με την τεχνογνωσία της ελληνικής βιομηχανίας.
Από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, ο υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης χαρακτήρισε τη συμφωνία ιστορικής σημασίας για την Ελλάδα και τη διεθνή αμυντική συνεργασία. Όπως σημείωσε, η σύμπραξη φέρνει κοντά την αμερικανική αμυντική τεχνολογία, την κορεατική ναυπηγική τεχνογνωσία και τις δυνατότητες της ελληνικής βιομηχανίας, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός ισχυρού κέντρου ναυπηγικής και αμυντικής υποστήριξης στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο κ. Θεοχάρης υπογράμμισε ότι η Ελευσίνα μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην υποστήριξη σύνθετων ναυτικών προγραμμάτων, ενώ παράλληλα η συμφωνία δημιουργεί νέες ευκαιρίες απασχόλησης και μεταφοράς τεχνογνωσίας προς την ελληνική οικονομία.
Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ONEX, Πάνος Ξενοκώστας, μίλησε για μια συμφωνία που αλλάζει τα δεδομένα για τη ναυπηγική βιομηχανία της χώρας. Παρουσιάζοντας αναλυτικά το επενδυτικό πρόγραμμα των τριών επιπέδων, επισήμανε ότι στόχος είναι η πλήρης μετατροπή του ναυπηγικού κέντρου της ONEX σε μια κάθετα ολοκληρωμένη εγκατάσταση κατασκευής, συντήρησης και υποστήριξης ναυτικών μονάδων. Εκτίμησε ότι η επένδυση θα δημιουργήσει τις 10.000 θέσεις εργασίας μέσα στα επόμενα πέντε έως επτά χρόνια, ενώ διατύπωσε τη βασική στρατηγική στόχευση του εγχειρήματος: η Ελλάδα μπορεί πλέον να περάσει από τον ρόλο του αγοραστή αμυντικών συστημάτων σε εκείνον του παραγωγού και υποστηρικτή προηγμένων ναυτικών και αμυντικών δυνατοτήτων.
Τη σημασία της τριμερούς συνεργασίας ανέδειξε και η κορεατική πλευρά. Ο πρέσβης της Δημοκρατίας της Κορέας στην Ελλάδα, Ju-seong Lim, χαρακτήρισε τη συμφωνία σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της συνεργασίας στους τομείς της ναυπηγικής, της άμυνας και της τεχνολογίας, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αντίστοιχα, ο Senior Vice President του τομέα Naval Ship International Business της Hanwha, Sean Seongwoo Park, σημείωσε ότι ο όμιλος διαθέτει σημαντική εμπειρία στη ναυπηγική και την άμυνα και ότι η συνεργασία με την ONEX μπορεί να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας και στην ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων υποστήριξης ναυτικών προγραμμάτων, ενισχύοντας ταυτόχρονα τους δεσμούς μεταξύ των τριών χωρών.
Συνολικά, το Project Trident συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά μιας πρωτοβουλίας που υπερβαίνει το αμιγώς οικονομικό πεδίο και αγγίζει τη στρατηγική αυτονομία της χώρας στον αμυντικό τομέα. Αν οι στόχοι για τις θέσεις εργασίας, το ποσοστό εγχώριας προστιθέμενης αξίας και τη συνεισφορά στο ΑΕΠ επιβεβαιωθούν στην πράξη, η Ελευσίνα μπορεί να αναδειχθεί σε κόμβο που εξυπηρετεί ταυτόχρονα εθνικές, νατοϊκές και συμμαχικές ανάγκες, σε μια περιοχή με αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία.