Η αίθουσα διαχείρισης κρίσεων του Λευκού Οίκου υποδέχθηκε σήμερα μια από τις πιο κρίσιμες συνεδριάσεις του διπλωματικού κεφαλαίου ΗΠΑ–Ιράν. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε προαναγγείλει «οριστική απόφαση» για τη συμφωνία επέκτασης της εκεχειρίας. Η σύσκεψη διήρκεσε περίπου δύο ώρες. Ωστόσο, όταν ολοκληρώθηκε, δεν ακολούθησε καμία ανακοίνωση — και η αναμενόμενη εκείνη «οριστική απόφαση» παρέμεινε ανοιχτή.
Η εικόνα που αναδύεται είναι αυτή μιας διαδικασίας που βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι: αρκετά κοντά σε συμφωνία ώστε να δικαιολογεί υψηλόβαθμη σύσκεψη, αρκετά μακριά ώστε να μην μπορεί ακόμα να υπογραφεί.
Για να κατανοηθεί το βάρος της στιγμής, πρέπει να ανατρέξει κανείς στην αρχή. Ο Τραμπ ανακοίνωσε «μεγάλες πολεμικές επιχειρήσεις» κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026, με μαζικές κοινές αμερικανοϊσραηλινές αεροπορικές επιδρομές που στόχευσαν στρατιωτικές, κυβερνητικές και υποδομές ζωτικής σημασίας. Ακολούθησε εκεχειρία δύο εβδομάδων, οι πρώτες συνομιλίες στο Πακιστάν τον Απρίλιο δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα, και ο Τραμπ ανακοίνωσε ανοιχτή παράταση της εκεχειρίας παράλληλα με τη διατήρηση του αμερικανικού αποκλεισμού μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων. Το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος αυτής της αναμονής αποτυπώνεται σε ένα χαρακτηριστικό αριθμό: από τις 13 Απριλίου, όταν τέθηκε σε ισχύ ο αποκλεισμός, 115 εμπορικά πλοία έχουν εκτραπεί από τις διαδρομές τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η Πέμπτη έφερε σημεία προόδου. Διαπραγματευτές των δύο πλευρών κατέληξαν σε μνημόνιο κατανόησης που προβλέπει παράταση της εκεχειρίας για 60 ημέρες και έναρξη διαπραγματεύσεων για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θα καθίστατο απρόσκοπτη, ενώ το Ιράν θα υποχρεωνόταν να αφαιρέσει τυχόν ναρκοπέδια από τα στενά εντός 30 ημερών και ο αμερικανικός αποκλεισμός θα αίρονταν αναλογικά με την αποκατάσταση της εμπορικής ναυσιπλοΐας. Ωστόσο, η συμφωνία εκκρεμεί ακόμα — και εδώ βρίσκεται το πρόβλημα.
Ο Τραμπ επέλεξε να ανακοινώσει δημόσια τις «κόκκινες γραμμές» του πριν καν ολοκληρωθεί η σύσκεψη, με ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: πλήρης επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ χωρίς τέλη, καταστροφή τυχόν ναρκών, δέσμευση ότι το Ιράν δεν θα αναπτύξει ποτέ πυρηνικό όπλο και παράδοση του αποθέματος εμπλουτισμένου ουρανίου στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Δεν θα ανταλλαγούν χρήματα μέχρι νεωτέρας. Άλλα ζητήματα, πολύ μικρότερης σημασίας, έχουν συμφωνηθεί», έγραψε χαρακτηριστικά. Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου διατύπωσε μεταξύ σαφώς: «Ο πρόεδρος Τραμπ θα υπογράψει συμφωνία μόνο εάν είναι καλή για την Αμερική και τηρηθούν οι κόκκινες γραμμές του. Το Ιράν δεν μπορεί να έχει πυρηνικά όπλα».
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς είχε δηλώσει την Πέμπτη ότι, αν και «δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι θα φτάσουμε εκεί» σε μια συμφωνία με το Ιράν, «ο πρόεδρος θα βρεθεί σε θέση να εγκρίνει τη συμφωνία, αν και αυτό παραμένει ανοιχτό». Η διατύπωση αυτή συνοψίζει εύστοχα την κατάσταση: κανείς δεν αποκλείει τη συμφωνία, κανείς δεν την εγγυάται.
Η Τεχεράνη κινείται σε άλλη κατεύθυνση. Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Εσμαΐλ Μπαγαεΐ δήλωσε κατηγορηματικά ότι η χώρα παραμένει επικεντρωμένη αποκλειστικά στον τερματισμό του πολέμου και ότι «δεν υπάρχουν διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό ζήτημα». Το ιρανικό πρακτορείο Fars αξιολόγησε τις δηλώσεις Τραμπ ως «μείγμα αλήθειας και ψεύδους», υποστηρίζοντας ότι το μνημόνιο δεν περιλαμβάνει καμία πρόβλεψη για καταστροφή πυρηνικού υλικού. Η αντίφαση είναι εκκωφαντική: οι δύο πλευρές εμφανίζονται να διαπραγματεύονται για διαφορετικά αντικείμενα.
Ο επικεφαλής της ιρανικής διαπραγματευτικής ομάδας, πρόεδρος του κοινοβουλίου Μοχάμεντ Μπαγέρ Καλιμπάφ, έδωσε τον ίδιο τόνο με αδυσώπητη σαφήνεια: «Καμία ενέργεια δεν θα γίνει πριν ενεργήσει η άλλη πλευρά. Νικητής οποιασδήποτε συμφωνίας είναι εκείνος που θα είναι καλύτερα προετοιμασμένος για πόλεμο την επόμενη ημέρα». Στο πλαίσιο ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, αυτή η γλώσσα δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αισιοδοξία.
Η εκεχειρία, εξάλλου, φαίνεται να κρατάει με δυσκολία. καθώς τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ιράν αλληλοκατηγορούνται για παραβιάσεις. Την Πέμπτη, οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν ότι έπληξαν αμερικανική αεροπορική βάση στο Κουβέιτ, την οποία χαρακτήρισαν ως αφετηρία προηγούμενων επιθέσεων εναντίον της στρατηγικής πόλης-λιμανιού Μπαντάρ Αμπάς, κοντά στα Στενά του Ορμούζ. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) χαρακτήρισε το πλήγμα «κατάφωρη παραβίαση της εκεχειρίας» και υπογράμμισε ότι η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.
Αυτή η εύθραυστη ισορροπία αντικατοπτρίζεται και σε επίπεδο κυρώσεων: η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε σήμερα νέες κυρώσεις σε ιρανικό οργανισμό που ελέγχει τα Στενά, μια κίνηση που μπορεί να ερμηνευθεί είτε ως διαπραγματευτική πίεση είτε ως ένδειξη ότι η αντοχή της Ουάσινγκτον εξαντλείται.
Ο κόμβος της διαφωνίας παραμένει το ίδιο το πυρηνικό ζήτημα. Η Ουάσινγκτον επιμένει ότι οποιαδήποτε μόνιμη επίλυση πρέπει να περιλαμβάνει μηδενισμό της πυρηνικής ικανότητας του Ιράν, κάτι που η Τεχεράνη αντιμετωπίζει ως υπαρξιακό ζήτημα εθνικής κυριαρχίας. Ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις δεν υπάρχει εύκολος συμβιβασμός. Και ενώ οι ημέρες περνούν, τα 115 εμπορικά πλοία που παραμένουν αγκυροβολημένα στην περιοχή θυμίζουν ότι το οικονομικό ρολόι κτυπάει παράλληλα με το διπλωματικό.