Ας μιλήσουμε ευθέως, χωρίς τις περιστροφές που έχουν καταντήσει συνήθεια στον δημόσιο λόγο. Όταν ένα ολόκληρο σύνθημα μετατρέπεται σε κοινωνικό σεισμό, το πρόβλημα δεν είναι το σύνθημα. Είναι το έδαφος που έτριζε από καιρό και κανείς δεν ήθελε να το ακούσει.
Αυτό ακριβώς συνέβη με το «Make America Great Again».
Δεν ήταν το έξυπνο εύρημα ενός υποψηφίου. Ήταν η οργισμένη απάντηση ενός λαού που ένιωθε προδομένος από τις δικές του ελίτ, πεπεισμένος ότι η χώρα του είχε ξεπουληθεί κομμάτι-κομμάτι: οικονομικά, πολιτισμικά, γεωπολιτικά.
Άλλοι το βάφτισαν λαϊκισμό, άλλοι πατριωτική αφύπνιση, άλλοι εξέγερση απέναντι στο κατεστημένο. Όλοι έχασαν το ουσιώδες: ότι εκατομμύρια πολίτες στη Δύση δεν αναγνωρίζουν πια τον εαυτό τους στα κόμματα που υποτίθεται ότι τους εκπροσωπούν. Κι όταν συμβαίνει αυτό, η πολιτική παύει να είναι θεσμός και γίνεται ναρκοπέδιο.
Το ερώτημα, λοιπόν, για τη χώρα μας δεν είναι θεωρητικό. Μήπως, υπό τις δικές της συνθήκες, η Ελλάδα αναζητά κι αυτή ένα «Make Greece Great Again» κι απλώς δεν έχει βρει ακόμη τη φωνή να το πει;
Ας μη γελιόμαστε. Η ελληνική κοινωνία της τελευταίας δεκαπενταετίας δεν είναι κουρασμένη· είναι ταλαιπωρημένη και θυμωμένη. Πέρασε μνημόνια και κατάρρευση, είδε τα εισοδήματά της να εξανεμίζονται, ξεπροβόδισε εκατοντάδες χιλιάδες νέους στα αεροδρόμια, παρακολουθεί αμήχανη τη δημογραφική της συρρίκνωση και την παραγωγική της βάση να αδειάζει. Και από πάνω, κουβαλάει μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης που καμία επικοινωνιακή καμπάνια δεν μπορεί πια να κρύψει.
Ο πολίτης ακούει ατελείωτες τεχνοκρατικές αναλύσεις, αλλά δεν βλέπει κανένα εθνικό όραμα. Του σερβίρουν αριθμούς σαν να είναι παρηγοριά, ενώ αυτό που λείπει είναι μια αφήγηση που να του επιστρέφει την αυτοπεποίθηση.
Εδώ είναι η ωμή αλήθεια: η Ελλάδα δεν κυβερνιέται, τελεί υπό διαχείριση. Δεν σχεδιάζει την αναγέννησή της, διαχειρίζεται την παρακμή της με επιδεξιότητα λογιστή.
Δεν μιλάμε για αντιγραφή του αμερικανικού μοντέλου. Η Ελλάδα δεν είναι Αμερική. Μιλάμε για κάτι πολύ πιο επείγον: αν μπορεί να γεννηθεί ένα πολιτικό ρεύμα με κότσια που θα ξαναμιλήσει για παραγωγή, για εθνική αυτοπεποίθηση, για δημογραφική επιβίωση, για κοινωνική συνοχή, για την ξεχασμένη περιφέρεια και για όλους όσοι αφέθηκαν στην άκρη του δρόμου.
Όχι με φανατισμό. Όχι με τυφλή σύγκρουση. Αλλά με τη σκληρή λογική της εθνικής ανασυγκρότησης.
Γιατί καμία κοινωνία δεν επιβιώνει με δείκτες και δελτία Τύπου. Επιβιώνει με ελπίδα, με συλλογικό σκοπό, με την πεποίθηση ότι μπορεί να ξανασταθεί όρθια. Κι όταν αυτή η πίστη πεθάνει, δεν επικρατεί ησυχία. Γεννιούνται “κινήματα” που σαρώνουν το υπάρχον σύστημα χωρίς να ρωτήσουν κανέναν.
Αν θα συμβεί και στην Ελλάδα, κανείς δεν το ξέρει με βεβαιότητα. Ένα όμως είναι πια ολοφάνερο. Ο κόσμος δεν ζητά καλύτερη διαχείριση. Ζητά αφήγημα. Ζητά προοπτική. Ζητά να του θυμίσει κάποιος ότι αυτή η χώρα μπορεί ακόμη να παράγει, να δημιουργεί, να μεγαλώνει και να πιστέψει ξανά στον εαυτό της.
Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα χρειάζεται ένα «Make Greece Great Again». Είναι αν το πολιτικό σύστημα θα βρει το θάρρος να ακούσει την κοινωνία — προτού η κοινωνία πάψει να ρωτά και αρχίσει να απαιτεί.
George Anton.