«Η Αμερική επέστρεψε». Με αυτή τη φράση, επαναλαμβανόμενη σχεδόν ως σύνθημα, ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το στίγμα των προθέσεων της Ουάσιγκτον, σε μια ομιλία όπου τα εγκώμια για την αμερικανική οικονομία συνυπήρξαν με ορισμένες από τις σκληρότερες προειδοποιήσεις της χρονιάς προς το Ιράν.
Η ετήσια Σύνοδος βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στη Νέα Υόρκη, με τη συμμετοχή σχεδόν 130 αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αναταραχής, οι μεγάλες διεθνείς κρίσεις κυριαρχούν στην ατζέντα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ξεκίνησε προβάλλοντας με έμφαση τα πεπραγμένα της διακυβέρνησής του, με αναφορές στην οικονομική ανάκαμψη, τις επενδύσεις, την κοινωνική πρόνοια, τη μετανάστευση και την πάταξη της εγκληματικότητας, ενώ δεν παρέλειψε να επικρίνει τις πολιτικές του προκατόχου του. «Μπορώ να σας πω με υπερηφάνεια ότι η Αμερική επέστρεψε και η χώρα μας είναι σήμερα ισχυρότερη από ποτέ», δήλωσε, προσθέτοντας ότι «πριν από δύο χρόνια ήμασταν ένα νεκρό κράτος» και ότι πλέον «όλος ο κόσμος κερδίζει από τη δυναμική της Αμερικής».
Αξιοσημείωτη ήταν η μεταβολή στον τόνο απέναντι στους παρευρισκόμενους. Φέτος τους αποκάλεσε «σπουδαίους ηγέτες», όταν πέρσι, από το ίδιο βήμα, τους είχε προειδοποιήσει ότι οι χώρες τους «οδεύουν προς την καταστροφή». Η διαφορά δεν είναι μόνο υφολογική. Υποδηλώνει μια Ουάσιγκτον που επιδιώκει, αυτή τη φορά, να συγκεντρώσει συμμάχους γύρω από τις θέσεις της.
Ο λόγος γίνεται σαφής στη συνέχεια της ομιλίας, όπου το βάρος έπεσε στο Ιράν. Ο Τραμπ κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να παραμείνει ενωμένη ώστε να απομονώσει οικονομικά την Τεχεράνη, χαρακτηρίζοντας το καθεστώς «αδύναμο και απελπισμένο» και ξεκαθαρίζοντας ότι «το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο».
Η πιο αιχμηρή στιγμή ήρθε με μια προαναγγελία που άφησε ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα. «Έχω μια απόφαση να πάρω για το Ιράν», είπε, σημειώνοντας ότι «μεγάλες αλλαγές μπορούν να συμβούν γρήγορα». Και συνέχισε σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους. «Από την πρώτη μέρα της επιστροφής μου στη διακυβέρνηση των ΗΠΑ, το Ιράν σταμάτησε να είναι ο νταής στη Μέση Ανατολή. Δεν θα αποκτήσουν ποτέ πυρηνικά όπλα. Τους βομβαρδίσαμε, αλλά αυτοί συνέχισαν να δημιουργούν προβλήματα. Μάλιστα ανέπτυξαν έναν πύραυλο που απειλεί την Ευρώπη. Ελπίζω να το λάβουν αυτό σοβαρά υπόψη τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Η αναφορά στην Ευρώπη δεν ήταν τυχαία. Αποτελεί ευθεία προσπάθεια να μετατραπεί η ιρανική απειλή από αμερικανική υπόθεση σε κοινή δυτική ανησυχία, ώστε η οικονομική απομόνωση της Τεχεράνης να αποκτήσει ευρύτερη στήριξη. Στο ίδιο πνεύμα, ο Αμερικανός πρόεδρος ευχαρίστησε το Συμβούλιο Ασφαλείας για το ψήφισμα κατά της Τεχεράνης, κατηγορώντας το Ιράν ότι συνέχισε να καταπατά τους όρους ακόμη και μετά τη συμφωνία εκεχειρίας.
Ως προς το μέλλον, εμφανίστηκε βέβαιος για μια διπλωματική κατάληξη, με σαφές όμως πολιτικό χρονοδιάγραμμα. «Πιστεύω θα καταλήξουμε σε μια συμφωνία με την Τεχεράνη, αμέσως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ. Αυτοί περιμένουν να δουν πώς θα τα πάω για να πάρουν τις αποφάσεις τους. Εγώ όμως δεν αγχώνομαι. Θα είμαι εδώ για τα επόμενα 2,5 χρόνια». Και κατέληξε με μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη τη στρατηγική του. «Βρίσκομαι σε δίλημμα, να κάνω συμφωνία μαζί τους ή να τους οδηγήσω στην κόλαση;».
Στο περιθώριο των εργασιών, η διπλωματική δραστηριότητα είναι εξίσου έντονη. Λίγο πριν ανέβει στο βήμα, μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Τραμπ έστειλε σύντομο αλλά σαφές μήνυμα στον Βλαντίμιρ Πούτιν, καλώντας τον να «τερματίσει τον πόλεμο». Η δήλωση καταγράφεται ενόψει της συνάντησής του με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, η οποία θα ακολουθήσει τις συνομιλίες του με τους ηγέτες της Βρετανίας και της Ιαπωνίας.
Η ομιλία, στο σύνολό της, κινήθηκε ανάμεσα σε δύο πόλους. Από τη μία, μια εικόνα αμερικανικής ισχύος που προσφέρεται στους υπόλοιπους ως σημείο αναφοράς. Από την άλλη, ένα ερώτημα για το Ιράν που ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος διατύπωσε δημοσίως χωρίς να το απαντήσει. Ανάμεσα στη συμφωνία και στην κόλαση, η απόφαση παραμένει, όπως είπε, ακόμη στο τραπέζι.