Εξήντα δύο χρόνια ιστορίας δεν έσβησαν τελικά με μια υπογραφή. Μετά από σειρά ελληνικών παρεμβάσεων, ακόμη και σε επίπεδο πρωθυπουργού, ανατράπηκε η απόφαση που προέβλεπε τον τερματισμό του ιστορικού ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle.
Τη συνέχιση της λειτουργίας του αποφάσισε την Παρασκευή το ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο του γερμανικού φορέα, ακυρώνοντας την απόφαση του περασμένου Φεβρουαρίου, η οποία όριζε το κλείσιμο της ελληνικής υπηρεσίας στις αρχές του 2027. Σύμφωνα με πληροφορίες, η νέα απόφαση ελήφθη ομόφωνα.
Είχε προηγηθεί εντατική προσπάθεια από την πλευρά της Αθήνας, με κορυφαία στιγμή την παρέμβαση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος έθεσε το ζήτημα απευθείας στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Η σημασία αυτής της διάσωσης δεν είναι μόνο συναισθηματική. Η DW είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας και ειδικά με τον αντιδικτατορικό αγώνα. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η Ελληνική Εκπομπή που εξέπεμπε από την Κολωνία αποτελούσε μία από τις ελάχιστες ανεξάρτητες πηγές ελεύθερης ενημέρωσης για εκατομμύρια Έλληνες, μεταδίδοντας ειδήσεις, πολιτικά σχόλια, συνεντεύξεις, αλλά και μουσικά έργα καλλιτεχνών που είχαν απαγορευτεί από τη χούντα. Για μια ολόκληρη γενιά, εκείνη η συχνότητα δεν ήταν απλώς ένας ραδιοφωνικός σταθμός. Ήταν παράθυρο προς τον ελεύθερο κόσμο.
Η διαδρομή μέχρι την ανατροπή της απόφασης υπήρξε συστηματική. Αφότου ο πρωθυπουργός έθεσε το ζήτημα στον καγκελάριο, ακολούθησε σειρά επαφών ανάμεσα σε στελέχη της Νέας Δημοκρατίας και των Χριστιανοδημοκρατών, ιδιαίτερα στο συνέδριο του γερμανικού κόμματος τον Φεβρουάριο, όπου οι βουλευτές Τάσος Χατζηβασιλείου και Φίλιππος Φόρτωμας μετέβησαν στη Γερμανία και έθεσαν το θέμα σε όλους τους συνομιλητές τους.
Η προσπάθεια συνεχίστηκε μέσω του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, με πρωταγωνιστή τον υφυπουργό Εξωτερικών Τάσο Χατζηβασιλείου, ώστε να γίνονται τακτικά κρούσεις προς το CDU.
Καθοριστικές, ωστόσο, αποδείχθηκαν και οι συμμαχίες με πρόσωπα-κλειδιά που συνέβαλαν στη διάχυση του μηνύματος. Ανάμεσά τους ο επικεφαλής της ελληνογερμανικής ομάδας φιλίας στη γερμανική Βουλή Τόμας Ράχελ, ο πρώην διευθυντής του Ιδρύματος Αντενάουερ στην Αθήνα Μάριαν Βεντ, ο Μητροπολίτης Γερμανίας κ.κ. Αυγουστίνος και ο πρόεδρος του Γερμανοελληνικού Επιχειρηματικού Συνδέσμου Φαίδων Κοτσαμπόπουλος.
Το αποτέλεσμα δείχνει κάτι που συχνά υποτιμάται. Μια απόφαση περικοπών σε ξένο δημόσιο φορέα φαίνεται, αρχικά, μη αναστρέψιμη. Όταν όμως η διπλωματία κινηθεί σε όλα τα επίπεδα ταυτόχρονα, από τον καγκελάριο μέχρι τους συλλόγους και την Εκκλησία, οι αποφάσεις μπορούν να αλλάξουν. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, μαζί τους σώθηκε και ένα κομμάτι της ελληνικής μνήμης.