Δύο παιδιά τεσσάρων και πέντε ετών, κλειδωμένα για ώρες μέσα σε σταθμευμένο σχολικό λεωφορείο, χωρίς κανείς να τα αναζητήσει. Το περιστατικό σημειώθηκε το μεσημέρι της Τετάρτης σε χωριό των Χανίων και, όπως παραδέχονται όλοι όσοι εμπλέκονται, θα μπορούσε να είχε καταλήξει τραγικά.
Σύμφωνα με πληροφορίες, τα δύο νήπια παρέμειναν μέσα στο σχολικό λεωφορείο του ΚΤΕΛ, το οποίο ήταν παρκαρισμένο από το πρωί μέχρι να εκτελέσει το μεσημβρινό δρομολόγιο της επιστροφής.
Ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύφθηκε το συμβάν είναι από μόνος του αποκαλυπτικός. Όπως ανέφεραν οι γονείς, όλα ξεκίνησαν όταν μια μητέρα πήγε να δώσει το μεσημεριανό γεύμα στο παιδί της, καθώς εκείνη την ημέρα ξεκινούσε το ολοήμερο. Από το σχολείο, όμως, της είπαν ότι το παιδί δεν είχε πάει καθόλου. Ακολούθησε αναζήτηση, με τον οδηγό του λεωφορείου να μεταβαίνει λίγο πριν από τη μία το μεσημέρι στον χώρο στάθμευσης και να εντοπίζει όχι ένα, αλλά δύο παιδιά σε άσχημη κατάσταση.
«Τα παιδιά έκλαιγαν, τα είχαν κάνει πάνω τους και ήταν σε τραγική κατάσταση», αναφέρει γονέας μαθητή του σχολείου της περιοχής.
Όπως υποστηρίζουν οι γονείς, τα υπόλοιπα παιδιά κατέβηκαν κανονικά στο σχολείο κατά το πρωινό δρομολόγιο. Τα δύο νήπια, τα οποία φέρονται να κάθονταν στις πίσω θέσεις, έμειναν κλειδωμένα χωρίς να γίνουν αντιληπτά.
«Πηγαίνουν στο προνήπιο, μπορεί και να μην άκουσαν τη συνοδό, δεν έπρεπε όμως η συνοδός να ελέγξει αν κατέβηκαν όλα; Πώς μπήκε σε αυτή τη θέση;», διερωτάται γονέας, προσθέτοντας ότι «τα παιδιά δεν θέλουν να ξαναμπούν στο λεωφορείο και ούτε και οι γονείς θέλουν να τα ξαναβάλουν μέσα». Μια άλλη μητέρα στάθηκε σε έναν παράγοντα καθαρά τυχαίο. «Ευτυχώς που υπήρχε δροσιά λόγω της βροχής, τι θα γινόταν αν είχαμε ζέστη;»
Το ερώτημα αυτό δεν είναι ρητορικό. Η θερμοκρασία στο εσωτερικό ενός κλειστού οχήματος μπορεί να ανέβει δραματικά μέσα σε λίγα λεπτά, και ο θερμικός εγκλωβισμός παιδιών σε αυτοκίνητα αποτελεί διεθνώς καταγεγραμμένη αιτία θανάτων. Ο καιρός της συγκεκριμένης ημέρας ήταν, με άλλα λόγια, ο μόνος λόγος για τον οποίο η είδηση δεν είχε διαφορετική κατάληξη.
Από την υπόθεση προκύπτουν και άλλα ερωτήματα. Γιατί δεν ελέγχθηκε το λεωφορείο από οδηγό και συνοδό πριν κλειδωθεί. Αν υπάρχει επαρκές πλαίσιο προστασίας και ελέγχου για τα πρόσωπα που τοποθετούνται σε θέσεις καθημερινής επαφής με παιδιά. Και αν ενημερώθηκε άμεσα η Αστυνομία.
Σε επικοινωνία με τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Χανίων, έγινε γνωστό ότι η υπηρεσία έχει ενημερωθεί άτυπα και θα πράξει ό,τι είναι απαραίτητο στο μερίδιο που της αναλογεί.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος των ΚΤΕΛ Χανίων και Ρεθύμνου Γιάννης Καψανάκης επιβεβαίωσε το περιστατικό. «Ενημερωθήκαμε για το συμβάν και ισχύει. Όντως έγινε. Η συνοδός απομακρύνθηκε από τη θέση της, απολύθηκε και από αύριο θα είναι άλλη κυρία στη θέση της. Είπε πως τα παιδιά είχαν κοιμηθεί και δεν τα είδε. Λυπούμαστε πραγματικά για το συμβάν και ζητάμε συγγνώμη».
Η απόλυση της συνοδού κλείνει το ζήτημα της ατομικής ευθύνης, αφήνει όμως ανοιχτό το θεσμικό. Ο έλεγχος του οχήματος πριν από το κλείδωμα δεν είναι θέμα ευσυνειδησίας ενός εργαζομένου αλλά διαδικασία που πρέπει να είναι υποχρεωτική, καταγεγραμμένη και ελεγχόμενη. Και το ότι δύο νήπια χρειάστηκε να εντοπιστούν επειδή μια μητέρα έτυχε να φέρει φαγητό στο σχολείο δείχνει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπήρχε καμία δικλείδα ασφαλείας.