Η αποφυλάκιση ενός ανθρώπου που εξέτισε πλήρως την ποινή του δεν αποτελεί συνήθως διεθνή είδηση. Στην περίπτωση του Νίκου Μαζιώτη, όμως, χρειάστηκαν λίγες μόλις ώρες για να τοποθετηθεί δημοσίως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Ο καταδικασμένος για συμμετοχή στην τρομοκρατική οργάνωση «Επαναστατικός Αγώνας» βρίσκεται εκτός φυλακής από τη Δευτέρα, έχοντας εκτίσει στο σύνολό της την εικοσαετή ποινή του, με 14 χρόνια φυλάκισης και 6 χρόνια εργασίας στις φυλακές.
Με αφορμή την αποφυλάκιση, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ανακοίνωση μέσω Χ, στην οποία τονίζει ότι στον Μαζιώτη απαγορεύεται η είσοδος στις ΗΠΑ. «Ο Νίκος Μαζιώτης ήταν ο ηγέτης του Επαναστατικού Αγώνα, μιας ελληνικής ακροαριστερής τρομοκρατικής οργάνωσης που διεξήγαγε μια παρατεταμένη εκστρατεία βίας εναντίον Ελλήνων και Αμερικανών», αναφέρεται στο κείμενο. «Ο Μαζιώτης αναμένεται να αποφυλακιστεί σήμερα. Ωστόσο, του απαγορεύεται η είσοδος στις Ηνωμένες Πολιτείες βάσει των περιορισμών χορήγησης βίζας που στοχεύουν ακροαριστερούς τρομοκράτες. Οι αλλοδαποί που υποστηρίζουν αυτή τη δηλητηριώδη βία δεν είναι ευπρόσδεκτοι στη χώρα μας».
Η παρέμβαση έχει τη δική της εξήγηση. Ο Επαναστατικός Αγώνας είχε στοχοποιήσει επανειλημμένα αμερικανικά συμφέροντα στην Ελλάδα, με πιο χαρακτηριστική την επίθεση με ρουκέτα εναντίον της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα το 2007. Η οργάνωση περιλαμβάνεται στους αμερικανικούς καταλόγους τρομοκρατικών οργανώσεων, γεγονός που καθιστά την τοποθέτηση της Ουάσιγκτον συνέπεια πάγιας πολιτικής και όχι έκτακτη αντίδραση.
Από την ελληνική πλευρά, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης τοποθετήθηκε το πρωί της Τρίτης στον ΣΚΑΪ, επισημαίνοντας τη διαφορά των δύο εννόμων τάξεων. «Στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχουν τις απόψεις τους πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Η Ευρώπη έχει διαφορετικό δίκαιο από τις ΗΠΑ. Ο κ. Μαζιώτης εξέτισε όλη την ποινή του και αποφυλακίστηκε, εύχομαι να μην επαναλάβει δράση που θα οδηγήσει σε απώλεια ζωής ή σε κίνδυνο ζωής», δήλωσε.
Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει με ακρίβεια το σημείο τριβής. Στο ελληνικό και ευρύτερα ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, η έκτιση της ποινής εξαντλεί την αξίωση της πολιτείας και η αποφυλάκιση αποτελεί αυτόματη συνέπεια, όχι χάρη ή επιείκεια. Στην αμερικανική προσέγγιση, αντίθετα, η καταδίκη για τρομοκρατικές πράξεις συνεπάγεται διαρκείς περιορισμούς που εκτείνονται και μετά την ολοκλήρωση της ποινής, με πιο συνηθισμένο εργαλείο τον αποκλεισμό από τη χορήγηση θεώρησης εισόδου.
Στην πράξη, επομένως, δεν πρόκειται για διαφωνία ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αλλά για διαφορετική φιλοσοφία ποινικής μεταχείρισης. Η Αθήνα εφαρμόζει τον νόμο της και η Ουάσιγκτον ασκεί το δικαίωμά της να καθορίζει ποιος εισέρχεται στο έδαφός της.